εσχάρα

η
βλ. σχάρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας. Εικάζεται συγγένεια με το αρχ. σλαβ. iskra «σπίθα». Σχηματισμός σε -ρᾱ (κατά τα τέφ-ρᾱ, χώ-ρᾱ). Νεοελλ. εσχάρα, σχάρα, σκάρα.
ΠΑΡ. εσχαρείον, εσχαρεύς, εσχαρεών, εσχάριον, εσχάριος, εσχαρίς, εσχαρίτης, εσχαρόομαι, έσχαρος, εσχαρών].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐσχάρα — ἐσχάρᾱ , ἐσχάρα hearth fem nom/voc/acc dual ἐσχάρα hearth fem nom/voc sg ἐσχάρᾱ , ἐσχάρα hearth fem nom/voc/acc dual (ionic) ἐσχάρᾱ , ἐσχάρα hearth fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχάρᾳ — ἐσχάραι , ἐσχάρα hearth fem nom/voc pl ἐσχάρᾱͅ , ἐσχάρα hearth fem dat sg (attic doric aeolic) ἐσχάραι , ἐσχάρα hearth fem nom/voc pl (ionic) ἐσχάρᾱͅ , ἐσχάρα hearth fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εσχάρα — η και σκάρα, η 1. μαγειρική συσκευή για το ψήσιμο κρέατος, ψαριών κτλ. 2. κάθε παρόμοια κατασκευή με παράλληλες σιδερένιες βέργες: Η σκάρα του δρόμου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐσχάρας — ἐσχάρᾱς , ἐσχάρα hearth fem acc pl ἐσχάρᾱς , ἐσχάρα hearth fem gen sg (attic doric aeolic) ἐσχάρᾱς , ἐσχάρα hearth fem acc pl (ionic) ἐσχάρᾱς , ἐσχάρα hearth fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχάραι — ἐσχάρα hearth fem nom/voc pl ἐσχάρᾱͅ , ἐσχάρα hearth fem dat sg (attic doric aeolic) ἐσχάρα hearth fem nom/voc pl (ionic) ἐσχάρᾱͅ , ἐσχάρα hearth fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχάραν — ἐσχάρα hearth fem acc sg ἐσχάρᾱν , ἐσχάρα hearth fem acc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρέων — ἐσχάρα hearth fem gen pl (epic ionic) ἐσχάρα hearth fem gen pl (epic ionic) ἐσχαρεύς a ship s cook masc gen pl ἐσχαρέω̆ν , ἐσχαρεύς a ship s cook masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχαρῶν — ἐσχάρα hearth fem gen pl ἐσχάρα hearth fem gen pl (ionic) ἐσχαρόω form an eschar pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἐσχαρόω form an eschar pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἐσχαρόω form an eschar pres part act masc nom sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχάραις — ἐσχάρα hearth fem dat pl ἐσχάρα hearth fem dat pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσχάρης — ἐσχάρα hearth fem gen sg (epic ionic) ἐσχάρα hearth fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.